ελλησπόντιος

-α, -ο (AM ἑλλησπόντιος, -α, -ον)
1. ο κάτοικος τής περιοχής τού Ελλησπόντου ή αυτός που προέρχεται από εκεί
2. το θηλ. ως ουσ. η ελλησποντία
το έμπλαστρο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἑλλησπόντιος — of the Hellespont masc nom sg Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίων — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont fem gen pl Ἑλλησπόντιος of the Hellespont masc/neut gen pl Ἑλλησποντιακός of the Hellespont fem gen pl Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησπόντιον — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont masc acc sg Ἑλλησπόντιος of the Hellespont neut nom/voc/acc sg Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc acc sg Ἑλλησποντιακός of the Hellespont neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίαις — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont fem dat pl Ἑλλησποντίας wind blowing from the Hellespont masc dat pl (ionic) Ἑλλησποντιακός of the Hellespont fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίην — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont fem acc sg (epic ionic) Ἑλλησποντίας wind blowing from the Hellespont masc acc sg (epic ionic) Ἑλλησποντιακός of the Hellespont fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίοις — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont masc/neut dat pl Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίου — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont masc/neut gen sg Ἑλλησποντίας wind blowing from the Hellespont masc gen sg (ionic) Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίους — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont masc acc pl Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησποντίῳ — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont masc/neut dat sg Ἑλλησποντιακός of the Hellespont masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑλλησπόντιαι — Ἑλλησπόντιος of the Hellespont fem nom/voc pl Ἑλλησποντιακός of the Hellespont fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.